Πέμπτη, Ιανουάριος 29, 2009

Σίριαλ παντού... (άλλως: Καρυωτάκης, η αιώνια μόδα;)

Δεν ξέρω τι κριτικές έχει λάβει το νέο «καρυωτακικό» σίριαλ [αν έχει]. Ομολογώ πως δεν παρακολουθώ από κοντά την τηλεοπτική κριτική... Βλέπω, όμως, ότι βοηθά, αν όχι στο να ξαναγίνεται ο ποιητής της... μόδας, τουλάχιστον στο να εμπνέονται άλλοι, πιο νέοι και πιο σύγχρονοι. Χωρίς περαιτέρω σχόλια, ούτε για τη σειρά ούτε για την «έμπνευση», αντιγράφω το ποίημα της Σοφίας Κολοτούρου, από το Ποιείν. [Σχόλια μπορεί να ακολουθήσουν αργότερα, μπορεί και όχι...]

Γνωρίζω μια πολύ παράξενη ιστορία
- μα ίσως και να την έχω μόνο ονειρευτεί.
Όχι, δεν πέθανε, μου ‘παν, στη Σωτηρία
η Πολυδούρη, κάποιο Απρίλη, ένα πρωί.

Πρωτύτερα, ασφαλώς, δεν είχε αυτοκτονήσει
ο Καρυωτάκης, με μια σφαίρα στην καρδιά.
Εξοστρακίστηκε, όπως λεν, πριν τον χτυπήσει,
σε κάποιου δέντρου που ‘ταν δίπλα, τα κλαδιά.

Κι έπειτα, χάθηκαν τα ίχνη τους για χρόνια.
Θα ‘ναι σαράντα τώρα; Εξήντα; Εκατό;
Είπαν οι μύθοι πως θα ζήσουνε αιώνια,
μα θα το κρύβουν, θα ‘ναι απ’ όλους μυστικό.

Λένε, παντρεύτηκε στα σίγουρα η Μαρία
- κάποιον απ’ τους πολλούς, που είχε, θαυμαστές.
Τα πρώτα χρόνια, ήτανε όλο ευτυχία,
αλλά της λείπανε πολύ οι εραστές.

Έκαν’ ένα παιδί - δεν ξέρουνε - ή δύο,
και ζει στου γάμου μια νοερή της φυλακή.
Τους στίχους θέλει ν’ απαγγέλει – το βιβλίο
δίπλα της το ΄χει, να θυμάται τον ποιητή.

Ο Καρυωτάκης, έχει πάει σε κάποια χώρα
του ονείρου – Πουέρτο Ρίκο, Κούβα, Αργεντινή,
Ουρουγουάη, Βραζιλία, που να ‘ναι τώρα;
Ή πάλι, επέστρεψε και στο έρμο του νησί.

Ανύπαντρος σαφώς – τι τα δεσμά του γάμου
περιφρονούσε, και γελούσε ειρωνικά.
Εκεί θα μάζευε κοχύλια, κόκκους άμμου,
θα φώναζε ύστερα ξανά στην ερημιά.

Επικοινώνησαν ποτέ μαζί; Ποιος ξέρει…
Ίσως και να ‘χαν βρει τον τρόπο, μυστικά
μηνύματα να στέλνουν, κάθε καλοκαίρι∙
σχέδια να καταστρώνουν, επιτελικά.

Είπαν: Αυτόν, τον καταδίωκε ένα πνεύμα
κι εκείνη, λογιζόταν γι’ άστατη καρδιά.
Τους είδαν κάποτε να ‘ναι κόντρα στο ρεύμα,
αλλά μαζί δεν κάναν, ούτε μια βραδιά.

Έτσι μου είπανε σ’ αυτό το παραμύθι,
- που μάλλον το ‘χω εξ ολοκλήρου ονειρευτεί:
Ότι η Μαρία καταπνίγει μες τα στήθη
κάθε κρυφήν επιθυμία, να ξεχαστεί.

Κι ο Καρυωτάκης; Όλο βρίσκεται στην άκρη
του βράχου, μόνος πάντα στο έρμο του νησί.
Τρέχει στα κύματα, ξανοίγεται στα μάκρη,
θαλασσοδέρνεται, μα δεν αυτοκτονεί.


Σάββατο, Ιανουάριος 24, 2009

Γίναμε σίριαλ, όντως...

Κι όχι μόνο σίριαλ, εδώ που τα λέμε. Τηλεόραση είναι, βέβαια, και πώς θα μπορούσαν να λείπουν τα κλισέ και οι απλουστεύσεις; Μέχρι εδώ, τίποτα περίεργο. Στο κάτω-κάτω, κάπως πρέπει να γεμίσει η ώρα και τα επεισόδια. (Όσο κι αν πάντα προκαλεί εντύπωση πόσα κλισέ μπορούν να χωρέσουν μέσα σε σαράντα λεπτά.) Τείνουμε, ωστόσο, να... γίνουμε σαπουνόπερα, μα την αλήθεια. Και μάλιστα, με μια δόση «φιλμ νουάρ» ή «αστυνομικού άρλεκιν»... Αυτός ο υπαινιγμός ότι τον Καρυωτάκη τον... σκότωσαν επειδή ήταν... «κομμουνιστής»! Το φάντασμα της αυτοκτονίας θα στοιχειώνει τους πάντες και τα πάντα (εις τους αιώνας των αιώνων --αμήν)

Παρασκευή, Ιανουάριος 16, 2009

Γίναμε σίριαλ...

Την περασμένη Πέμπτη, ξεκίνησε η νέα σειρά της ΕΤ1, με τον εύγλωττο τίτλο «Καρυωτάκης». Αφού έγινε και σίριαλ, φαίνεται ότι ο ποιητής εξακολουθεί να έχει... πέραση. Τώρα και σε τηλεοπτική συσκευασία, με ολίγη από «τέχνη και ζωή». Οψόμεθα...

Κυριακή, Δεκέμβριος 28, 2008

Ελεγείο στον Καρυωτάκη

Αν και οι μέρες αυτού του Δεκέμβρη δεν είναι διόλου ποιητικές, το ποιείν θυμήθηκε τον Κοτζιούλα, αρχίζοντας απ' την αναφορά του στον Καρυωτάκη. Αντιγράφω λοιπόν.

Και συλλογιέμαι, Καρυωτάκη, τώρα
που η νύχτα πια του ερέβους σε κρατεί
για πάντα στης ανυπαρξίας τη χώρα,
συλλογιέμαι τη μοίρα του ποιητή.

Μια νύχτα, είχες βρεθεί χωρίς κανένα
σύντροφο στ’ ακρογιάλι ναυαγός
και πέρα κάπου εγύρναες ολοένα
τα βλέμματά σου, αιώνιος νοσταλγός.

Ήσουν, αλήθεια, τόσο απαυδημένος
απ’ τον αγώνα τον καθημερνό:
ένας μεγάλος εγκαταλειμμένος
από την γη και τον ουρανό

Και μες στην ώς θανάτου απόγνωσή σου
ξάφνου σε μια πικρότατη στιγμή
ερίχτηκες στα βάθη της αβύσσου
όπου τελειώνουν όλ’ οι σπαραγμοί

Τι να σου πω και πώς να σε θρηνήσω,
στοχαστικό μου αδέρφι θλιβερό;
Έφυγες πριν ακόμα σε γνωρίσω
και μόλις τώρα σ’ ένιωσα, νεκρό.

Μα κι αν εχάθης, ακριβέ, μού μένει
σ’ αυτόν τον ασυμβίβαστο καιρό,
μου μένει σαν υπόμνηση η ειμαρμένη,
και ο στίχος σου που ως πένθος τον φορώ.

Γιώργος Κοτζιούλας, 1932

Κυριακή, Οκτώβριος 12, 2008

Περί βιογραφίας του Καρυωτάκη (αποδελτίωση)

Ο Κοροπούλης καταπιάνεται και πάλι με τον Καρυωτάκη και την ... έλλειψη μιας συνεκτικής βιογραφίας του. Η... αποδελτίωση του Τύπου, εδώ.

Τετάρτη, Αύγουστος 06, 2008

επιστροφη (;)

Σάββατο, Μάρτιος 01, 2008

Ο σύγχρονος «καρυωτακισμός» (;)

Η διαδικτυακή αναζήτηση αποφέρει καρπούς συχνά-πυκνά. Εδώ ένα κείμενο του Κ. Κουτσουρέλη περί του «νέου καρυωτακισμού», της αναβίωσης δηλαδή ενός «ρεύματος» που ναι μεν δεν υπήρξε στην πραγματικότητα ποτέ [ως σχολή], όρισε όμως τον τρόπο της κριτικής έναντι μιας γενιάς ποιητών [της γενιάς του Καρυωτάκη, προφανώς]. Η αναβίωση του ρεύματος τούτου, όπως την διατυπώνει ο Κουτσουρέλης, υποδεικνύει καταρχήν ότι ο «νεκρός της Πρέβεζας» εξακολουθεί -- όπως έλεγε τις περασμένες τρεις βδομάδες ο Κοροπούλης άλλωστε -- να μένει άταφος: το μακρύ του ποδάρι αρνείται πεισματικά να υποκύψει και να θαφτεί επιτέλους κάτω απ' το χώμα. Το γεγονός ότι σήμερα, 80 χρόνια μετά τον πυροβολισμό της παραλίας της Πρέβεζας, το ποδάρι αυτό γίνεται διαχωριστική γραμμή, όριο σχολών και κριτικών αποτιμήσεων, όρος ομολογίας πίστεως ή απιστίας, δείχνει ξεκάθαρα ότι ο άταφος νεκρός συνεχίζει να βρυκολακιάζει τη λογοτεχνία -- ή μήπως την κριτική;

To be continued... [πολλές υποσχέσεις μαζεύτηκαν, αλλά ας είναι... ίσως να συνεχιστεί, ίσως όχι]

Τετάρτη, Φεβρουάριος 27, 2008

Το μακρύ ποδάρι του νεκρού...



Ο Κοροπούλης, στη Βιβλιοθήκη, συνεχίζει να καταπιάνεται με την αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Από το κείμενο της περασμένης Παρασκευής, διαλέγω μερικά κομμάτια, επαναλαμβάνοντας ότι ίσως και να επανέλθω... ίσως και όχι...

(α) Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη παραμένει αναφομοίωτη επειδή τα κείμενα που απηχούν την κυρίαρχη ιδεολογία περί ποίησης συμβόλισαν με το σχήμα του «νεκρού της Πρεβέζης» αφ' ενός όλα όσα απωθήθηκαν για να διαμορφωθεί αυτή η ιδεολογία, αφ' ετέρου τον τρόπο με τον οποίο απωθήθηκαν.

(β) Η ενδιάθετη βία μιας τέτοιας διαδικασίας, στραμμένη εναντίον της ίδιας της συνθήκης αληθείας της ποίησης, διαχύθηκε αναπόφευκτα: διαχώρισε τους ποιητές σε καρυωτακικούς και μη, σαν να ήταν η ποίηση του Καρυωτάκη ανάπτυγμα κάποιας μανιέρας που στοίχειωσε (το φάντασμα του «καρυωτακισμού» ξαναχτύπησε πρόσφατα, όντως). Διαχώρισε το μείζονα τόνο της ποίησης του Καρυωτάκη από τις ελάσσονες προϋποθέσεις της (προϋποθέσεις που το συλλογικό όνομά τους είναι «γενιά του '20»).

(γ) Δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι εκεί που διακυβεύεται η αυτογνωσία μας κάτι κρίσιμο συνεθλίβη και αποσιωπήθηκε: κάτι που η ποίηση του Καρυωτάκη το αναδιατυπώνει για λογαριασμό μας διαρκώς, γι' αυτό και αενάως συνθλίβεται μαζί του.


Δευτέρα, Φεβρουάριος 18, 2008

Λογοτεχνικές (;) Αυτοκτονίες


Η «Καλλιέργεια Σκόνης» του Γ. Κοροπούλη στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας συνεχίζει με τον Καρυωτάκη. Η αναμέτρηση με το «σκοτεινό» ζήτημα της αυτοκτονίας είναι υποχρεωτική αφετηρία κάθε μελέτης και κάθε ανάγνωσης. Ο τρόπος με τον οποίο λύνεται ορίζει κάθε φορά την πρόθεση του αναγνώστη/μελετητή και συνάμα τη στόχευσή του έναντι του ποιητή. Όπως σωστά λέει ο Κοροπούλης, είναι αδύνατο να προσπεραστεί (και να προσπελαστεί, άλλωστε) το ζήτημα της αυτοκτονίας: ακόμα και όσοι διατείνονται ότι δεν ασχολούνται μαζί του όχι μόνο δηλώνουν την αμηχανία τους, αλλά και συναρμολογούν μια «βιογραφία» στην οποία -- είτε «εμφανίζεται» είτε όχι -- η αυτοκτονία αντηχεί εκκωφαντικά, συσκοτίζοντας το «όλον»... Αντιγράφω ένα απόσπασμα... Και ξανά: to be continued...

Ο «βιογραφισμός» των πρώιμων μελετητών του Καρυωτάκη επανέφερε διαρκώς την αυτοκτονία στο επίκεντρο, επιτρέποντας στην ευτελή βιογραφία να παλιρροεί προς την ουσία της ποίησης: εκεί το μυθιστόρημα ξαναγραφόταν σε κοινωνιολογικά, εθνικά ή λογοτεχνικά συμφραζόμενα - και η πλοκή του (οι στίχοι) προετοίμαζε την έκβασή του (την Πρέβεζα). Πάνω σ' αυτό το μοντέλο ανάγνωσης σχεδιάστηκε η πιο κτηνώδης υπόθεση εργασίας που διατυπώθηκε ποτέ στο πλαίσιο της Ιστορίας της ελληνικής ποίησης. Κατ' αυτήν, η αυτοκτονία του Καρυωτάκη ήταν η συνειδητή υπογράμμιση του τέλους μιας εποχής αλλά κι ενός ορισμένου, εξαντλημένου κατ' ανάγκην τρόπου να γράφεται η ποίηση. (Ειδάλλως -ρωτάμε- γιατί ο Καρυωτάκης και ο Λαπαθιώτης τίναξαν αυτοβούλως τα πέταλα; Γιατί ο Αγρας άφησε τη ζωή του να φυλλορροεί; Γιατί ο Παπανικολάου κατέρρευσε υπό την επίδραση της ηρωίνης και του «Μπουκέτου»;) Με δυο λόγια: η αυτοκτονία ήταν αναγκαία. Το μακάβριο αυτό συμπέρασμα (που η διατύπωσή του έμοιαζε ν' αφορά μάλλον σε φόνο) ήταν γενικής ισχύος, εφόσον προέκυπτε συλλήβδην από αρνητές και θαυμαστές του έργου του Καρυωτάκη. Αποδόθηκε άλλωστε στον αυτόχειρα μέσω της τελευταίας του επιστολής και, αναδρομικά, των ποιημάτων του - κι επικυρώθηκε από την περιώνυμη φράση του Παπανικολάου: «Είχε βρεθεί ο ποιητής που έλειπε στον νεκρό της Πρεβέζης».

Τετάρτη, Φεβρουάριος 13, 2008

Ανθολογία

Θυμηθήκαμε, λοιπόν, την εφετινή «επέτειο». Σκοτεινά μονοπάτια με επιστρέφουν στην εμμονή της «Φυγής», όπως τόσες και τόσες φορές. Μέχρι να ολοκληρωθεί η επιστροφή, μια ανθολογία των «νέων ποιητών» της εποχής, επιμελημένη απ' τον Τέλλο Άγρα.

Οι νέοι. Εκλογή από το έργο των νέων Ελλήνων ποιητών 1910-1920, Επιμέλεια Τέλλου Άγρα, Εν Αθήναις, Εκδοτικός οίκος «Ελευθερουδάκης» 1922, σελ. 256.

Όπως αναφέρεται στην εισαγωγή της Πύλης για την Ελληνική Γλώσσα:

Η ανθολογία Οι νέοι. Εκλογή από το έργο των νέων Ελλήνων ποιητών 1910-1920, είναι μια από τις γνωστότερες ποιητικές ανθολογίες του 20ού αιώνα, για δύο αλληλένδετους λόγους: αφενός πρόκειται για μια πρωτότυπη στην εποχή της ανθολογία, δηλαδή για μια ειδική, θεματική ανθολογία, που στόχο έχει να αναδείξει μία νέα ποιητική γενιά, αφετέρου ο ανθολόγος και επιμελητής της είναι ένας πολύ γνωστός ποιητής και καταξιωμένος λογοτεχνικός κριτικός του Μεσοπολέμου, ο Τέλλος Άγρας. Καταρχήν, όσον αφορά στον χαρακτηρισμό της ως θεματικής ανθολογίας νέων λογοτεχνών, έχει σημασία ότι η ανθολογία του Άγρα εντάσσεται σε έναν αξιοσημείωτο αριθμό σύγχρονών της ανθολογιών για νέους, συνεπώς ευθυγραμμίζεται με την τάση της εποχής της για τη δημιουργία ανθολογιών στραμμένων στη σύγχρονη λογοτεχνία. Όπως διαπιστώνουν σχετικά οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, «αν στις δύο πρώτες δεκαετίες του [20ού] αιώνα οι νέοι λογοτέχνες δεν κατείχαν επίζηλη θέση στις γενικές ανθολογίες, βρήκαν τον τρόπο να καταστήσουν έντονη την παρουσία τους, εκδίδοντας οι ίδιοι δικές τους ανθολογίες. Η συγκομιδή είναι εντυπωσιακή: επτά εκδόσεις μέσα σε μία δεκαετία, εκ των οποίων οι πέντε (τέσσερις ποιητικές και μία διηγήματος) μέσα σε μία μόλις διετία (1922-1923)». Μάλιστα, ανάμεσα σε όλες αυτές τις ανθολογίες, οι τρεις μελετητές ξεχωρίζουν εκείνη του Άγρα: «Η πιο αξιόλογη από όλες είναι του Τέλλου Άγρα με τίτλο Οι Νέοι και χρονικά όρια 1910-1920. Λιτή και καλαίσθητη έκδοση, με ενδιαφέροντα πρόλογο, όπου ο Άγρας επισημαίνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νέας ποίησης, αναγνωρίζοντας συνάμα τις οφειλές της και τις σχέσεις της προς την παράδοση».